Η Ιστορία του Βούδα & η Ανακάλυψη του Mindfulness7 min read

Ο Βούδας γεννήθηκε στο Νότιο Νεπάλ, ήταν πρίγκιπας και ζούσε με τρόπο που όλες οι κοσμικές του ανάγκες ικανοποιούνταν. Είχε αφθονία, πολυτέλεια, ευχαρίστηση & δύναμη.

Αλλά ο Βούδας ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος που δεν ήταν τόσο διαφορετικός από οποιονδήποτε από εμάς. Αργότερα στη ζωή του όταν άρχισε να διδάσκει, είπε: “Στην πραγματικότητα είμαι ακριβώς όπως όλοι οι άνθρωποι, ένα ανθρώπινο ον.”

Η διαφορά του ήταν ότι είχε μια βασική αίσθηση δυσαρέσκειας. Είπε ότι “έχω τα πάντα, αλλά κανένα από αυτά δεν με ικανοποιεί πραγματικά. Μόλις ικανοποιήσω μια επιθυμία, αντικαθίσταται από την επόμενη”.

Στα πρώτα στάδια της ζωής του ήταν απομονωμένος και πλήρως προστατευμένος, οι γονείς του ήθελαν να τον προστατεύσουν από όλο τον πόνο που υπήρχε στον κόσμο (ασθένεια, γήρανση, θάνατος). Έφταναν σε σημείο που δεν επέτρεπαν άρρωστους ή ηλικιωμένους στο παλάτι, και άδειαζαν τους δρόμους από αυτούς κάθε φορά που πήγαινε για μια βόλτα.

Αλλά όταν ήταν περίπου 20, ήρθε σε επαφή με έναν ηλικιωμένο άνθρωπο και είδε επίσης έναν νεκρό άνθρωπο στο δρόμο. Σε αυτό το σημείο είχε μια υπαρξιακή κρίση: “Τι κάνουμε εδώ; Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι είναι όλος αυτός ο πόνος; Γιατί δεν είμαι χαρούμενος και γαλήνιος όλη την ώρα; Τι είναι όλες αυτές οι επιθυμίες;”

Και τότε ρώτησε: “Αν η ζωή είναι έτσι ώστε να κατευθυνόμαστε προς την ασθένεια και το θάνατο, είναι δυνατόν να βρούμε ένα επίπεδο ελευθερίας της ευτυχίας που υπερβαίνει τη γέννηση και το θάνατο; Πέρα από το γεγονός ότι όλοι θα πεθάνουμε, θα αρρωστήσουμε και γεράσουμε; ”

Μετά από λίγο καιρό συναντήθηκε με έναν διαλογιστή/γιόγκι. Κάποιον που είχε αφιερώσει όλη του τη ζωή για να σταματήσει το κύκλο/πόνο και αυτός  εξήγησε κάποια πράγματα στο βούδα που του κίνησαν το ενδιαφέρον.

Αποφάσισε να φύγει από το βασίλειο για να αναζητήσει την απελευθέρωση, την αληθινή πηγή της ευτυχίας. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του βρήκε γκουρού, γιόγκι, ασκητές κλπ. Και προσπάθησε να μάθει τα πάντα από αυτούς. Βαθιά μέσα στον πυρήνα του είχε την αίσθηση ότι μια πνευματική αφύπνιση θα ήταν η λύση για όλο αυτό.

Αφοσιώθηκε σε βαθιές πρακτικές με μάντρας, γιόγκα, asana, και διάφορες άλλες πνευματικές πρακτικές και κατάφερε να εξελιχθεί γρήγορα και να τελειοποιήσει μερικές από αυτές τις μεθόδους. Συχνά είχε διαλογιστικές απορροφήσεις, εμπειρίες απέραντης  ευδαιμονίας, έντονες εμπειρίες βαθιάς συγκέντρωσης και απορρόφησης της συνείδησης, ο πόνος και το σώμα του εξαφανίζονταν. Και μια κατάσταση καθαρής χαράς ανέβλυζε ενώ βρισκόταν σε αυτές τις διαλογιστικές καταστάσεις. Αλλά κάθε φορά που σταματούσε συνειδητοποιούσε ότι αυτό ήταν μια παροδική εμπειρία. Είπε: «Μου διδάχτηκε πώς να αποφύγω την ταλαιπωρία & τον πόνο, όχι πώς να το σταματήσω».

Εκείνη την στιγμή βρέθηκε ξανά σε δυσαρέσκεια. Αλλά είχε αυτή τη βαθιά εμπιστοσύνη ότι υπήρχε ένας τρόπος να ζήσει τη ζωή, την καθημερινή ζωή χωρίς να υπάρχει ταλαιπωρία/βάσανα, χωρίς περιττά επίπεδα άγχους, φόβου, ταυτοποίησης και να τα παίρνει όλα τόσο προσωπικά. Αλλά δεν μπορούσε να βρει κανέναν να τον διδάξει πώς να το κάνει αυτό, ο κάθε ένας που είχε συναντήσει του έμαθε μια τεχνική προσωρινής αποφυγής.

Συνειδητοποίησε ότι μάλλον ήταν κάτι σχετικό με τη σχέση του με την ευχαρίστηση και τον πόνο που το έκανε αυτό πιο δύσκολο. Ήθελε να αποφύγει τον πόνο. Ήθελε να δει γιατί υπάρχει αυτή η μεγάλη λαχτάρα για την ευχαρίστηση, ώστε να βρει ένα τρόπο να την τελειώσει. Αυτό τον οδήγησε σε μια ομάδα Ασκητών και έκανε πρακτικές ακραίας αποκήρυξης για να σπάσει τον εθισμό του στην ευχαρίστηση ζώντας μια οδυνηρή ζωή… και το έκανε αυτό για αρκετά χρόνια.

Μετά από μερικά χρόνια είπε: “Έδωσα όλο μου το είναι σε αυτό, αλλά εξακολουθώ να λαχταρώ. Αυτό δεν σταμάτησε τα βάσανα μου ίσως να τα έκανε χειρότερα. Έχω αναπτύξει μια τρομερή ικανότητα συγκέντρωσης, μπορώ να πονάω και να αποσυνδεθώ τελείως από αυτό, αλλά αυτό δεν τελειώνει την βασική δυστυχία μου, την βασική δυσαρέσκεια μου”. Δεν είχε τίποτα δεν δούλεψε, είχε τα πάντα δεν δούλεψε πάλι. Και αντί να παραιτηθεί, είπε ότι πρέπει να βρω κάτι άλλο, είχε πάντα αυτή την προσέγγιση με βάση την δοκιμή.

Ήταν τόσο αφοσιωμένος που δεν επρόκειτο να συμβιβαστεί για ευχάριστες πνευματικές εμπειρίες, για βαθιά συγκέντρωση, οτιδήποτε δεν ήταν αυτό που πραγματικά έψαχνε, δεν ήταν πραγματική ενσωματωμένη αληθινή ευτυχία που δεν εξαρτιόταν από τις περιστάσεις. Έτσι πήγε να διαλογιστεί και να μελετήσει τα πράγματα που έμαθε στα 7 χρόνια της έντονης πρακτικής του.

Σε αυτό το σημείο είναι όπου ο πριν την φώτιση Siddhartha έκανε την ανακάλυψή του. Είπε ότι “Η συγκέντρωση με βοηθά να εστιάζω και να αγνοώ, αλλά τι θα γίνει αν στρέψω την προσοχή μου προς αυτή την κατεύθυνση? Αντί να αγνοήσω & να αποφύγω & να επικεντρωθώ σε ένα πράγμα, τι θα γίνει αν στρέψω την προσοχή μου σε όλο μου το σώμα, σε όλο μου το μυαλό, σε αυτήν την διερεύνηση της ευχαρίστησης και του πόνου. Στην στιγμή επίγνωσης στο παρόν όπως συμβαίνει κάθε στιγμή.” Και αυτή ήταν η ανακάλυψη του mindfulness/συνειδητότητας,” Τι γίνεται αν προσπαθήσω απλώς να δίνω την προσοχή μου, απλά να παρατηρώ, να ερευνώ το μυαλό/το σώμα/την καρδιά.”

Αυτό ήταν το κλειδί, επίγνωση χωρίς κριτική στο παρόν. Πέρασε πολλές μέρες καθισμένος, περπατώντας, τρώγοντας με mindfulness/συνειδητότητα. Είχε περάσει τόσο καιρό να νηστεύει που είχε γίνει σαν σκελετός, μπορούσε να αγγίξει τη σπονδυλική του στήλη από την κοιλιά του. Και όταν άρχισε να τρώει ξανά, οι ασκητές φίλοι του τον άφησαν.

Κάθισε στο δέντρο Bodhi κάνοντας mindfulness/συνειδητότητα στο σώμα και στην αναπνοή. Αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι να δει καθαρά, μέχρι να τελειώσει ο πόνος/ταλαιπωρία/βάσανα. Παρατήρησε την εμφάνιση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αισθήσεων. Και ήρθε σε αυτή την συνειδητοποίηση: ότι όλα όσα βιώνουμε θεωρούνται ευχάριστα ή δυσάρεστα. Αλλά δεν έχει να κάνει με την αποφυγή της ευχαρίστησης ή την αποφυγή του πόνου, αυτό που χρειάζεται να δούμε είναι η μη-προσκόλληση στην ευχαρίστηση, τη μη-αποστροφή, το μη-μίσος προς τον πόνο.

Και κατά τις τελευταίες στιγμές της αφύπνισης του δέχτηκε επίθεση από τη Μάρα (το δικό του μυαλό) – η λαγνεία, ο θυμός, η θλίψη όλα τα συναισθήματα βγήκαν στην επιφάνεια ταυτόχρονα. Αλλά το πιο δύσκολο από όλα για αυτόν ήταν η αμφιβολία. Είπε ότι η Μάρα του επιτέθηκε με την αναξιότητα. Η Μάρα είπε: “Όλοι είναι λιγάκι αγχωμένοι, δυστυχισμένοι γιατί νομίζεις ότι αξίζεις εσύ την πλήρη απελευθέρωση & την πλήρη ευτυχία;”

Και εκείνη τη στιγμή άγγιξε τη γη με το δεξί του χέρι και είπε: «Είμαι άξιος επειδή είμαι μέρος αυτών των στοιχείων, αυτή η γη και όλα τα ζωντανά όντα αξίζουν να έρθουν στην απελευθέρωση, είναι το εκ γενετής δικαίωμα μας αν είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε τη δουλειά. Η ικανότητα είναι εκεί για όλα τα έμβια όντα.” Γι ‘αυτό το λόγο πολλά αγάλματα δείχνουν τον Βούδα με το χέρι του να αγγίζει το έδαφος.

Συνάντησε τη λαγνεία, την επιθυμία, το θυμό και την αμφιβολία με μη-προσκόλληση, μη-προσκολλημένη εκτίμηση στην ευχαρίστηση. Δεν χρειάζεται να την αποφύγουμε απλώς πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε προσκολλημένοι σε αυτή. Η μόνη σοφή προσέγγιση στον πόνο είναι η ανοχή, η συμπόνια και το έλεος, διότι δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε. Όταν προσπαθούμε να τον ξεφορτωθούμε γρήγορα αυτός χειροτερεύει, οπότε ας προσπαθήσουμε να δούμε τον πόνο, να τον νιώσουμε και να τον συναντήσουμε με αγάπη και συμπόνια.

Μετά από εκείνη την στιγμή ο Βούδας σταμάτησε να παίρνει το μυαλό του τόσο προσωπικά, σαν τον εαυτό, άφησε αυτή την αίσθηση του εγώ, είπε ότι αυτό είναι μόνο η ανθρώπινη υπόσταση μου δεν είναι δικό μου λάθος. Είναι μόνο το μυαλό που σκέφτεται, η καρδιά αισθάνεται, το σώμα ποθεί. Και σταμάτησε να τα βλέπει όλα σαν τον Εαυτό ή Εγώ, αυτή ήταν η απελευθέρωσή του, αυτή ήταν η αφύπνιση του, αυτή είναι η νιρβάνα. Να μην τα παίρνουμε πλέον τα πάντα τόσο προσωπικά, αποφεύγοντας τον πόνο, προσκολλώντας στην ευχαρίστηση, αυτό ήταν αυτό που αναζητούσε. Και αυτή η πλήρης απελευθέρωση κράτησε για πάντα.

Η ποιότητα της Μάρα (του μυαλού του) συνέχισε να επιστρέφει ακόμα και μετά την πλήρη αφύπνιση του, όλα αυτά τα συναισθήματα θλίψης, λαχτάρας, κλπ. επέστρεφαν, δεν έφυγαν. Αλλά από εκείνη τη στιγμή ο Βούδας δεν υπέφερε ποτέ ξανά από αυτό, γιατί όταν ο νους έλεγε ότι θα είσαι ευτυχισμένος αν… κλπ. Αυτός απλώς σχετιζόταν με αυτό, όχι από αυτό. Είπε: Σε βλέπω Μάρα. Βλέπω ότι είσαι απλώς μια συγκεχυμένη πτυχή του μυαλού μου που πρόκειται να δημιουργήσει πόνο για εμένα αν πάρω το δόλωμα.

Έμαθε να μην παίρνει τα πράγματα τόσο προσωπικά και να ανταποκρίνεται με συμπόνια. Το μήνυμα του ήταν ότι όλοι μπορούν να το κάνουν αν ισορροπήσουν την μη-προσκόλληση και την αφοσίωση σε μια πειθαρχημένη πρακτική.

Διαβάστε Περισσότερα σχετικά με τον Ορισμό του Mindfulness & πώς να κάνετε έναν βασικό Mindfulness Διαλογισμό

Namaste

Αντώνης Χαραλάμπους

 

(Use of elements from Noah Levine talks)

Αφήστε μια απάντηση